expérimenté
expérimenté
ɛkspeʁimɑ̃te
eksperimaate
expérimenter

Ορισμός και σημασία του "expérimenté"στα γαλλικά

expérimenté
01

έμπειρος, με εμπειρία

qui possède de l'expérience et des connaissances pratiques dans un domaine 
expérimenté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus expérimenté
συγκριτικός βαθμός
plus expérimenté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
expérimenté
αρσενικό πληθυντικό
expérimentés
θηλυκό ενικό
expérimentée
θηλυκό πληθυντικό
expérimentées
Παραδείγματα
Il est expérimenté dans la gestion de projets internationaux. 

Είναι έμπειρος στη διαχείριση διεθνών έργων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store