Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'extincteur
01
πυροσβεστήρας, συσκευή πυρόσβεσης
appareil de sécurité contenant un agent extincteur , utilisé pour éteindre un début d'incendie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
extincteurs
Παραδείγματα
Un extincteur est obligatoire dans certains bâtiments.
Ένας πυροσβεστήρας είναι υποχρεωτικός σε ορισμένα κτίρια.
extincteur
01
πυροσβεστικός, αποσβεστικός
qui sert à éteindre ou à maîtriser un incendie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extincteur
αρσενικό πληθυντικό
extincteurs
θηλυκό ενικό
extinctrice
θηλυκό πληθυντικό
extinctrices
Παραδείγματα
Ce produit a un fort pouvoir extincteur.
Αυτό το προϊόν έχει ισχυρή πυροσβεστική ικανότητα.



























