Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exprès
01
εκ προθέσεως, σκόπιμα
fait volontairement ou intentionnellement
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il a cassé le vase exprès.
Έσπασε το βάζο εκ προθέσεως.
02
ειδικά, ειδικά
fait spécialement pour un but ou une personne précise
Παραδείγματα
Ce gâteau est fait exprès pour toi.
Αυτό το κέικ είναι φτιαγμένο ειδικά για σένα.
exprès
01
σαφής, κατηγορηματικός
clair, précis ou bien marqué
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exprès
αρσενικό πληθυντικό
exprès
θηλυκό ενικό
expresse
θηλυκό πληθυντικό
express
Παραδείγματα
Il a donné des instructions exprès pour éviter les erreurs.
Έδωσε σαφείς οδηγίες για να αποφύγει τα λάθη.
02
ταχύς
conçu pour aller plus vite ou de manière spéciale, souvent utilisé pour un transport ou un service
Παραδείγματα
J'ai pris le train exprès pour arriver plus vite.
Πήρα το εξπρές τρένο για να φτάσω πιο γρήγορα.



























