Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exprimer
01
εκφράζω, εκδηλώνω
faire connaître ce que l'on pense ou ressent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exprime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exprimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exprimerai
ενεστώτα μετοχή
exprimant
παθητική μετοχή
exprimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exprimions
Παραδείγματα
Elle exprime toujours ses opinions avec franchise.
Αυτή πάντα εκφράζει τις απόψεις της με ειλικρίνεια.
02
αντιπροσωπεύω, διατυπώνω
représenter ou formuler quelque chose dans un système spécifique
Παραδείγματα
Cette formule exprime la relation entre la vitesse et le temps.
Αυτός ο τύπος εκφράζει τη σχέση μεταξύ ταχύτητας και χρόνου.
03
στύβω, πιέζω
presser un fruit ou une plante pour en retirer le jus
Παραδείγματα
Il exprime les oranges pour faire du jus frais.
Πιέζει τα πορτοκάλια για να φτιάξει φρέσκο χυμό.
04
εκφράζω τον εαυτό μου
faire connaître ses idées, ses sentiments ou ses opinions par la parole, l'écriture, un geste ou une forme artistique
Παραδείγματα
Il a du mal à s'exprimer en public.
Δυσκολεύεται να εκφραστεί δημόσια.



























