exposé
Pronunciation
/ɛkspozˈe/

Ορισμός και σημασία του "exposé"στα γαλλικά

01

εκτεθειμένος, παρουσιασμένος

présenté au public ou vulnérable à quelque chose
exposé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exposé
συγκριτικός βαθμός
plus exposé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exposé
αρσενικό πληθυντικό
exposés
θηλυκό ενικό
exposée
θηλυκό πληθυντικό
exposées
Παραδείγματα
Ses tableaux seront exposés au musée l' année prochaine.
Οι πίνακές του θα εκτεθούν στο μουσείο του χρόνου.
02

προσανατολισμένος

orienté dans une direction spécifique
exposé definition and meaning
Παραδείγματα
La terrasse est exposée plein ouest.
Η βεράντα βλέπει προς τα δυτικά.
03

εκτεθειμένος, ευάλωτος

soumis à un danger ou une menace
Παραδείγματα
Les plantes exposées au gel doivent être protégées.
Τα φυτά εκτεθειμένα στον παγετό πρέπει να προστατεύονται.
L'exposé
[gender: masculine]
01

παρουσίαση, αναφορά

présentation orale ou écrite sur un sujet précis
l'exposé definition and meaning
Παραδείγματα
Notre exposé de groupe porte sur la pollution plastique.
Η παρουσίασή μας ομάδας αφορά τη πλαστική ρύπανση.
02

αποκαλυπτικό άρθρο, αποκάλυψη

article ou révélation de faits cachés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
exposés
Παραδείγματα
L' exposé cite des sources anonymes
Το άρθρο παραθέτει ανώνυμες πηγές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store