Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exposé
01
εκτεθειμένος, παρουσιασμένος
présenté au public ou vulnérable à quelque chose
Παραδείγματα
Ses tableaux seront exposés au musée l' année prochaine.
Οι πίνακές του θα εκτεθούν στο μουσείο του χρόνου.
02
προσανατολισμένος
orienté dans une direction spécifique
Παραδείγματα
La terrasse est exposée plein ouest.
Η βεράντα βλέπει προς τα δυτικά.
03
εκτεθειμένος, ευάλωτος
soumis à un danger ou une menace
Παραδείγματα
Les plantes exposées au gel doivent être protégées.
Τα φυτά εκτεθειμένα στον παγετό πρέπει να προστατεύονται.
L'exposé
[gender: masculine]
01
παρουσίαση, αναφορά
présentation orale ou écrite sur un sujet précis
Παραδείγματα
Notre exposé de groupe porte sur la pollution plastique.
Η παρουσίασή μας ομάδας αφορά τη πλαστική ρύπανση.
02
αποκαλυπτικό άρθρο, αποκάλυψη
article ou révélation de faits cachés
Παραδείγματα
L' exposé cite des sources anonymes
Το άρθρο παραθέτει ανώνυμες πηγές.



























