l'existence
Pronunciation
/ɛgzistɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "existence"στα γαλλικά

01

ύπαρξη, ον

fait d'être ou de vivre
l'existence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette preuve confirme l' existence du document.
Αυτή η απόδειξη επιβεβαιώνει την ύπαρξη του εγγράφου.

Λεξικό Δέντρο

coexistence
existence
exist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store