l'existence
existence
ɛgzistɑ̃s
egzistaas
exigence

Ορισμός και σημασία του "existence"στα γαλλικά

01

ύπαρξη, ον

fait d'être ou de vivre 
l'existence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'existence de Dieu est un sujet philosophique. 

Η ύπαρξη του Θεού είναι ένα φιλοσοφικό θέμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coexistence
existence
exist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store