Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'existence
01
ύπαρξη, ον
fait d'être ou de vivre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'existence de Dieu est un sujet philosophique.
Η ύπαρξη του Θεού είναι ένα φιλοσοφικό θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coexistence
existence
exist



























