Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'existence
[gender: feminine]
01
ύπαρξη, ον
fait d'être ou de vivre
Παραδείγματα
Cette preuve confirme l' existence du document.
Αυτή η απόδειξη επιβεβαιώνει την ύπαρξη του εγγράφου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ύπαρξη, ον