Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expirer
01
εκπνέω, απελευθερώνω αέρα
rejeter de l'air des poumons par la bouche ou le nez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
expire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
expirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
expirerai
ενεστώτα μετοχή
expirant
παθητική μετοχή
expiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
expirions
Παραδείγματα
Il expire lentement après avoir retenu sa respiration.
Εκπνέει αργά αφού κράτησε την αναπνοή του.



























