expirer
expirer
ɛkspiʁe
ekspire
empirerexpier

Ορισμός και σημασία του "expirer"στα γαλλικά

expirer
01

εκπνέω, απελευθερώνω αέρα

rejeter de l'air des poumons par la bouche ou le nez 
expirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
expire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
expirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
expirerai
ενεστώτα μετοχή
expirant
παθητική μετοχή
expiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
expirions
Παραδείγματα
Il expire lentement après avoir retenu sa respiration. 

Εκπνέει αργά αφού κράτησε την αναπνοή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store