Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explicite
01
σαφής, κατηγορηματικός
exprimé de manière claire et précise, sans ambiguïté
Παραδείγματα
Elle a fait une critique explicite du travail effectué.
Έκανε μια σαφή κριτική για την εργασία που εκτελέστηκε.



























