explicite
Pronunciation
/ɛksplisˈit/

Ορισμός και σημασία του "explicite"στα γαλλικά

01

σαφής, κατηγορηματικός

exprimé de manière claire et précise, sans ambiguïté
explicite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus explicite
συγκριτικός βαθμός
plus explicite
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
explicite
αρσενικό πληθυντικό
explicites
θηλυκό ενικό
explicite
θηλυκό πληθυντικό
explicites
Παραδείγματα
Elle a fait une critique explicite du travail effectué.
Έκανε μια σαφή κριτική για την εργασία που εκτελέστηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store