explicite
exp
ɛksp
eksp
li
li
li
cite
sit
sit
poursuitebrigitteparasitegraphite

Ορισμός και σημασία του "explicite"στα γαλλικά

01

σαφής, κατηγορηματικός

exprimé de manière claire et précise, sans ambiguïté 
explicite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus explicite
συγκριτικός βαθμός
plus explicite
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
explicite
αρσενικό πληθυντικό
explicites
θηλυκό ενικό
explicite
θηλυκό πληθυντικό
explicites
Παραδείγματα
Il donne des instructions explicites pour le projet. 

Δίνει σαφείς οδηγίες για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store