Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explicite
01
σαφής, κατηγορηματικός
exprimé de manière claire et précise, sans ambiguïté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus explicite
συγκριτικός βαθμός
plus explicite
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
explicite
αρσενικό πληθυντικό
explicites
θηλυκό ενικό
explicite
θηλυκό πληθυντικό
explicites
Παραδείγματα
Il donne des instructions explicites pour le projet.
Δίνει σαφείς οδηγίες για το έργο.



























