Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exploiter
01
εξορύσσω, εκμεταλλεύομαι
prélever ou exploiter des ressources naturelles pour les utiliser ou les vendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exploite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exploitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exploiterai
ενεστώτα μετοχή
exploitant
παθητική μετοχή
exploité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exploitions
Παραδείγματα
Cette région exploite ses ressources naturelles pour développer l' économie locale.
Αυτή η περιοχή εκμεταλλεύονται τους φυσικούς της πόρους για να αναπτύξει την τοπική οικονομία.
02
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
tirer profit ou avantage de quelque chose
Παραδείγματα
Le chercheur exploite les données pour publier ses résultats.
Ο ερευνητής αξιοποιεί τα δεδομένα για να δημοσιεύσει τα αποτελέσματά του.
03
εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύομαι
utiliser quelqu'un ou une situation pour obtenir un avantage personnel, souvent injustement
Παραδείγματα
Ne laissez personne exploiter votre gentillesse.
Μην αφήνετε κανέναν να εκμεταλλευτεί την καλοσύνη σας.



























