Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exploiter
01
εξορύσσω, εκμεταλλεύομαι
prélever ou exploiter des ressources naturelles pour les utiliser ou les vendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exploite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exploitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exploiterai
ενεστώτα μετοχή
exploitant
παθητική μετοχή
exploité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exploitions
Παραδείγματα
La compagnie exploite une mine de charbon.
Η εταιρεία εκμεταλλεύεται ένα ανθρακωρυχείο.
02
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
tirer profit ou avantage de quelque chose
Παραδείγματα
Il exploite ses compétences pour réussir dans son travail.
Εκμεταλλεύεται τις δεξιότητές του για να πετύχει στη δουλειά του.
03
εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύομαι
utiliser quelqu'un ou une situation pour obtenir un avantage personnel, souvent injustement
Παραδείγματα
Il exploite ses employés en les payant très peu.
Εκμεταλλεύεται τους υπαλλήλους του πληρώνοντάς τους πολύ λίγα.



























