l'excédent
excédent
ɛksedɑ̃
eksedaa
excédant

Ορισμός και σημασία του "excédent"στα γαλλικά

01

πλεόνασμα, υπερβάλλον

quantité qui dépasse le besoin ou la norme, surplus 
l'excédent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
excédents
Παραδείγματα
L'excédent de production sera vendu à l'étranger. 

Το πλεόνασμα της παραγωγής θα πωληθεί στο εξωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store