Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estimer
01
εκτιμώ, υπολογίζω κατά προσέγγιση
donner une idée approximative de la valeur, du prix ou de la quantité de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
estime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
estimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
estimerai
ενεστώτα μετοχή
estimant
παθητική μετοχή
estimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
estimions
Παραδείγματα
Le mécanicien a estimé les réparations à 500 euros.
02
σέβομαι, εκτιμώ
avoir du respect ou de l'admiration pour quelqu'un
Παραδείγματα
J'estime beaucoup mon professeur pour sa patience.
Σέβομαι πολύ τον δάσκαλό μου για την υπομονή του.
03
εκτιμώ, αξιολογώ
évaluer ou juger la valeur, la qualité, ou l'importance de quelque chose
Παραδείγματα
Il faut estimer les risques avant de commencer.
Πρέπει να εκτιμήσουμε τους κινδύνους πριν ξεκινήσουμε.
04
θεωρώ, πιστεύω
penser ou croire quelque chose à propos de quelqu'un ou de quelque chose
Παραδείγματα
Je estime qu'il est temps de partir.
Υπολογίζω ότι είναι ώρα να φύγω.



























