Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'environnement
[gender: masculine]
01
περιβάλλον, περιβάλλοντα
ensemble des éléments naturels qui entourent les êtres vivants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
environnements
Παραδείγματα
Les lois sur l' environnement deviennent plus strictes.
Οι νόμοι για το περιβάλλον γίνονται πιο αυστηροί.
02
περιβάλλον, περιβάλλοντα
cadre ou conditions dans lesquels une personne vit ou agit
Παραδείγματα
L' environnement familial joue un rôle important.
Το οικογενειακό περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο.



























