enquêter
enquêter
ɑ̃kɛte
aakete

Ορισμός και σημασία του "enquêter"στα γαλλικά

enquêter
01

διερευνώ, αναζητώ

chercher des informations sur un fait, un événement ou une personne pour comprendre ou résoudre un problème 
enquêter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enquête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enquêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enquêterai
ενεστώτα μετοχή
enquêtant
παθητική μετοχή
enquêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enquêtions
Παραδείγματα
La police enquête sur le vol dans la bijouterie. 

Η αστυνομία διερευνά την κλοπή στο κοσμηματοπωλείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store