Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enquêter
01
διερευνώ, αναζητώ
chercher des informations sur un fait, un événement ou une personne pour comprendre ou résoudre un problème
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enquête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enquêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enquêterai
ενεστώτα μετοχή
enquêtant
παθητική μετοχή
enquêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enquêtions
Παραδείγματα
La police enquête sur le vol dans la bijouterie.
Η αστυνομία διερευνά την κλοπή στο κοσμηματοπωλείο.



























