Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enjeu
01
στοίχημα, βραβείο
somme d'argent mise en jeu dans un pari ou une compétition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
enjeux
Παραδείγματα
Il a perdu un enjeu considérable aux courses hier.
Έχασε ένα σημαντικό enjeu στους αγώνες χθες.
02
κεντρικό ζήτημα, σημαντικό πρόβλημα
problème ou sujet crucial ayant des conséquences importantes
Παραδείγματα
Un enjeu politique délicat se profile.
Ένα λεπτό πολιτικό enjeu διαφαίνεται.



























