l'engrais
Pronunciation
/ɑ̃gʀɛ/

Ορισμός και σημασία του "engrais"στα γαλλικά

L'engrais
[gender: masculine]
01

λίπασμα, γονιμοποιητικό

substance ajoutée au sol pour nourrir les plantes
l'engrais definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les agriculteurs répandent l' engrais dans les champs.
Οι αγρότες απλώνουν το λίπασμα στα χωράφια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store