engueuler
Pronunciation
/ɑ̃ɡølˈe/

Ορισμός και σημασία του "engueuler"στα γαλλικά

engueuler
01

τσακώνομαι, μαλώνω δυνατά

se disputer en criant et en s'insultant
engueuler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
engueule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
engueulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
engueulerai
ενεστώτα μετοχή
engueulant
παθητική μετοχή
engueulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
engueulions
Παραδείγματα
Ils se sont engueulés, mais ils se réconcilient toujours après.
Τσακώθηκαν, αλλά πάντα συμφιλιώνονται μετά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store