Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engueuler
01
τσακώνομαι, μαλώνω δυνατά
se disputer en criant et en s'insultant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
engueule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
engueulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
engueulerai
ενεστώτα μετοχή
engueulant
παθητική μετοχή
engueulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
engueulions
Παραδείγματα
Ils se sont engueulés, mais ils se réconcilient toujours après.
Τσακώθηκαν, αλλά πάντα συμφιλιώνονται μετά.



























