engueuler
engueuler
ɑ̃gœle
aagoele

Ορισμός και σημασία του "engueuler"στα γαλλικά

engueuler
01

τσακώνομαι, μαλώνω δυνατά

se disputer en criant et en s'insultant 
engueuler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
engueule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
engueulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
engueulerai
ενεστώτα μετοχή
engueulant
παθητική μετοχή
engueulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
engueulions
Παραδείγματα
Ils se sont engueulés devant tout le monde. 

Τσακώθηκαν μπροστά σε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store