l'engueulade
engueulade
ɑ̃gœlad
aagoelad

Ορισμός και σημασία του "engueulade"στα γαλλικά

01

φιλονικία, επίπληξη

dispute violente ou réprimande, souvent accompagnée de cris et d'injures 
l'engueulade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
engueulades
Παραδείγματα
Ils ont eu une grosse engueulade hier soir. 

Είχαν ένα μεγάλο φιλόνι χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store