emmener
emmener
ɑ̃mne
aamne

Ορισμός και σημασία του "emmener"στα γαλλικά

emmener
01

παίρνω μαζί, οδηγώ

prendre quelqu'un avec soi pour aller quelque part 
emmener definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
emmène
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
emmenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
emmènerai
ενεστώτα μετοχή
emmenant
παθητική μετοχή
emmené
α΄ πληθυντικό παρατατικού
emmenions
Παραδείγματα
Je vais emmener mes enfants au parc. 

Θα πάρω τα παιδιά μου στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store