le désaccord
Pronunciation
/dezakɔʀ/

Ορισμός και σημασία του "désaccord"στα γαλλικά

01

διαφωνία, ασυμφωνία

absence d'accord entre des personnes ou des idées
le désaccord definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
désaccords
Παραδείγματα
Le désaccord politique a créé une crise
Η πολιτική διαφωνία δημιούργησε μια κρίση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store