Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désaccord
01
διαφωνία, ασυμφωνία
absence d'accord entre des personnes ou des idées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
désaccords
Παραδείγματα
Le désaccord politique a créé une crise
Η πολιτική διαφωνία δημιούργησε μια κρίση.



























