Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dérouler
01
λαμβάνει χώρα, πραγματοποιείται
avoir lieu, se passer dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déroule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déroulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déroulerai
ενεστώτα μετοχή
déroulant
παθητική μετοχή
déroulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déroulions
Παραδείγματα
La réunion s'est déroulée sans problème.
Η συνάντηση διεξήχθη χωρίς προβλήματα.
02
παρουσιάζω βήμα βήμα, αναπτύσσω
présenter ou exposer quelque chose étape par étape
Παραδείγματα
Le professeur a déroulé le programme du cours.
Ο καθηγητής παρουσίασε το πρόγραμμα του μαθήματος.
03
ξετυλίγω, ξετυλίσσω
déplier quelque chose enroulé ou roulé
Παραδείγματα
Il a déroulé le tapis dans le salon.
Αυτός ξέτυξε το χαλί στο σαλόνι.



























