dérouler
dérouler
deʁule
deroole
déboulerdéfoulerdéréglerdérouter

Ορισμός και σημασία του "dérouler"στα γαλλικά

dérouler
01

λαμβάνει χώρα, πραγματοποιείται

avoir lieu, se passer dans le temps 
dérouler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déroule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déroulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déroulerai
ενεστώτα μετοχή
déroulant
παθητική μετοχή
déroulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déroulions
Παραδείγματα
La réunion s'est déroulée sans problème. 

Η συνάντηση διεξήχθη χωρίς προβλήματα.

02

παρουσιάζω βήμα βήμα, αναπτύσσω

présenter ou exposer quelque chose étape par étape 
dérouler definition and meaning
Παραδείγματα
Le professeur a déroulé le programme du cours. 

Ο καθηγητής παρουσίασε το πρόγραμμα του μαθήματος.

03

ξετυλίγω, ξετυλίσσω

déplier quelque chose enroulé ou roulé 
Παραδείγματα
Il a déroulé le tapis dans le salon. 

Αυτός ξέτυξε το χαλί στο σαλόνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store