déplaire
Pronunciation
/deplɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "déplaire"στα γαλλικά

déplaire
01

δεν αρέσει, ενοχλεί

causer un sentiment de mécontentement ou de contrariété à quelqu'un
déplaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déplais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déplaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déplairai
ενεστώτα μετοχή
déplaisant
παθητική μετοχή
déplu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déplaisions
Παραδείγματα
Ils ont été déplais par la décision de la direction.
Ένιωσαν δυσαρέσκεια από την απόφαση της διοίκησης.
02

δεν αρέσει, δεν ευχαριστεί

ne pas plaire, ne pas être apprécié par quelqu'un
déplaire definition and meaning
Παραδείγματα
Le film a déplu à la majorité du public.
Η ταινία δεν άρεσε στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store