Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déplaire
01
δεν αρέσει, ενοχλεί
causer un sentiment de mécontentement ou de contrariété à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déplais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déplaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déplairai
ενεστώτα μετοχή
déplaisant
παθητική μετοχή
déplu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déplaisions
Παραδείγματα
Ils ont été déplais par la décision de la direction.
Ένιωσαν δυσαρέσκεια από την απόφαση της διοίκησης.
02
δεν αρέσει, δεν ευχαριστεί
ne pas plaire, ne pas être apprécié par quelqu'un
Παραδείγματα
Le film a déplu à la majorité du public.
Η ταινία δεν άρεσε στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού.



























