déplaire
dép
dep
dep
laire
lɛ:ʁ
ler

Ορισμός και σημασία του "déplaire"στα γαλλικά

déplaire
01

δεν αρέσει, ενοχλεί

causer un sentiment de mécontentement ou de contrariété à quelqu'un 
déplaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déplais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déplaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déplairai
ενεστώτα μετοχή
déplaisant
παθητική μετοχή
déplu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déplaisions
Παραδείγματα
Son attitude a commencé à déplaire à ses collègues. 

Η στάση του άρχισε να δυσαρεστεί τους συναδέλφους του.

02

δεν αρέσει, δεν ευχαριστεί

ne pas plaire , ne pas être apprécié par quelqu'un 
déplaire definition and meaning
Παραδείγματα
Cette musique déplaît à beaucoup de personnes. 

Αυτή η μουσική δεν αρέσει σε πολλούς ανθρώπους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store