le dépaysement
Pronunciation
/depeizmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "dépaysement"στα γαλλικά

Le dépaysement
01

αλλαγή περιβάλλοντος, αλλαγή σκηνικού

changement d'environnement procuré par un voyage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un dépaysement bienfaisant après le travail.
Μια ωφέλιμη αλλαγή περιβάλλοντος μετά τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store