le dépaysement
dépaysement
depɛizmɑ̃
depeizmaa
départementdépassement

Ορισμός και σημασία του "dépaysement"στα γαλλικά

Le dépaysement
01

αλλαγή περιβάλλοντος, αλλαγή σκηνικού

changement d'environnement procuré par un voyage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ce voyage m'a offert un vrai dépaysement. 

Αυτό το ταξίδι μου προσέφερε μια πραγματική αλλαγή σκηνικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store