Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dépaysement
01
αλλαγή περιβάλλοντος, αλλαγή σκηνικού
changement d'environnement procuré par un voyage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ce voyage m'a offert un vrai dépaysement.
Αυτό το ταξίδι μου προσέφερε μια πραγματική αλλαγή σκηνικού.



























