Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dénué
01
στερημένος, αποστερούμενος
qui manque complètement de quelque chose, surtout de ressources ou de qualités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dénué
συγκριτικός βαθμός
plus dénué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dénué
αρσενικό πληθυντικό
dénués
θηλυκό ενικό
dénuée
θηλυκό πληθυντικό
dénuées
Παραδείγματα
Cette famille est dénuée de moyens financiers.
Αυτή η οικογένεια είναι στερημένη οικονομικών μέσων.



























