dénué
Pronunciation
/denyˈe/

Ορισμός και σημασία του "dénué"στα γαλλικά

01

στερημένος, αποστερούμενος

qui manque complètement de quelque chose, surtout de ressources ou de qualités
dénué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dénué
συγκριτικός βαθμός
plus dénué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dénué
αρσενικό πληθυντικό
dénués
θηλυκό ενικό
dénuée
θηλυκό πληθυντικό
dénuées
Παραδείγματα
Le pays est dénué de ressources naturelles.
Η χώρα είναι στερημένη φυσικών πόρων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store