démentir
Pronunciation
/demɑ̃tˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "démentir"στα γαλλικά

démentir
01

διαψεύδω, αρνούμαι

affirmer que quelque chose n'est pas vrai
démentir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démentirai
ενεστώτα μετοχή
démentant
παθητική μετοχή
démenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démentions
Παραδείγματα
La direction a rapidement démenti les informations publiées.
Η διεύθυνση διαψεύδει γρήγορα τις δημοσιευμένες πληροφορίες.
02

διαψεύδω, αντιφάσκω

être en contradiction avec quelque chose
démentir definition and meaning
Παραδείγματα
Son comportement dément son attitude calme.
Η συμπεριφορά του διαψεύδει την ήρεμη στάση του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store