Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démentir
01
διαψεύδω, αρνούμαι
affirmer que quelque chose n'est pas vrai
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démentirai
ενεστώτα μετοχή
démentant
παθητική μετοχή
démenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démentions
Παραδείγματα
Le porte-parole a démenti les rumeurs.
Ο εκπρόσωπος διαψεύδει τις φήμες.
02
διαψεύδω, αντιφάσκω
être en contradiction avec quelque chose
Παραδείγματα
Ses actions démentent ses paroles.
Οι πράξεις του διαψεύδουν τα λόγια του.



























