délirer
délirer
deliʁe
delire
délierdélivrerdésirerdéliter

Ορισμός και σημασία του "délirer"στα γαλλικά

délirer
01

παραφρονώ, μιλώ ασυναρτησίες

parler de manière incohérente, extravagante ou excessive 
délirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
délire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
délirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
délirerai
ενεστώτα μετοχή
délirant
παθητική μετοχή
déliré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
délirions
Παραδείγματα
Le malade délire à cause de la fièvre. 

Ο ασθενής παραφέρνει λόγω του πυρετού.

02

παραφέρομαι, τρελαίνομαι

perdre la raison ou parler de façon irrationnelle 
délirer definition and meaning
Παραδείγματα
Il délire après avoir travaillé sans dormir. 

Παραφέρνει μετά τη δουλειά χωρίς ύπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store