délirer
Pronunciation
/deliʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "délirer"στα γαλλικά

délirer
01

παραφρονώ, μιλώ ασυναρτησίες

parler de manière incohérente, extravagante ou excessive
délirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
délire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
délirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
délirerai
ενεστώτα μετοχή
délirant
παθητική μετοχή
déliré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
délirions
Παραδείγματα
Les enfants déliraient de joie en voyant les cadeaux.
Τα παιδιά παραφρόνησαν από χαρά βλέποντας τα δώρα.
02

παραφέρομαι, τρελαίνομαι

perdre la raison ou parler de façon irrationnelle
délirer definition and meaning
Παραδείγματα
Il a commencé à délirer après avoir entendu cette nouvelle.
Άρχισε να παραφέρνει αφού άκουσε αυτήν την είδηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store