Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
délirer
01
παραφρονώ, μιλώ ασυναρτησίες
parler de manière incohérente, extravagante ou excessive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
délire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
délirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
délirerai
ενεστώτα μετοχή
délirant
παθητική μετοχή
déliré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
délirions
Παραδείγματα
Les enfants déliraient de joie en voyant les cadeaux.
Τα παιδιά παραφρόνησαν από χαρά βλέποντας τα δώρα.
02
παραφέρομαι, τρελαίνομαι
perdre la raison ou parler de façon irrationnelle
Παραδείγματα
Il a commencé à délirer après avoir entendu cette nouvelle.
Άρχισε να παραφέρνει αφού άκουσε αυτήν την είδηση.



























