Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconnecter
01
αποσυνδέω, αποσυνδέω τη σύνδεση
arrêter la connexion d'un appareil ou d'un système
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconnecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconnectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconnecterai
ενεστώτα μετοχή
déconnectant
παθητική μετοχή
déconnecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconnections
Παραδείγματα
Il a déconnecté l'imprimante de l'ordinateur.
Αυτός αποσυνέδεσε τον εκτυπωτή από τον υπολογιστή.
02
αποσυνδέομαι, αποσυνδέω
fermer sa session ou interrompre sa connexion à un appareil, un service ou une application
Παραδείγματα
Je me suis déconnecté de mon compte Gmail.
Αποσυνδέθηκα από τον λογαριασμό μου στο Gmail.
03
αποσυνδέω, ξεβιδώνω
prendre du recul et se détacher de stress ou d'activités numériques
Παραδείγματα
Ce week-end, je vais me déconnecter de tout pour me reposer.
Αυτό το σαββατοκύριακο, θα αποσυνδεθώ από τα πάντα για να ξεκουραστώ.



























