Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déchirer
01
σκίζω, διασπώ
séparer en morceaux en tirant avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déchire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déchirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déchirerai
ενεστώτα μετοχή
déchirant
παθητική μετοχή
déchiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déchirions
Παραδείγματα
Il a déchiré la lettre en mille morceaux.
Αυτός σκίστηκε το γράμμα σε χίλια κομμάτια.
02
σχίζω, σκίζω
provoquer une lésion musculaire ou ligamentaire
Παραδείγματα
Il a déchiré un muscle en jouant au football.
Σχίστηκε ένας μυς παίζοντας ποδόσφαιρο.



























