Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déchirer
01
σκίζω, διασπώ
séparer en morceaux en tirant avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déchire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déchirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déchirerai
ενεστώτα μετοχή
déchirant
παθητική μετοχή
déchiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déchirions
Παραδείγματα
J' ai déchiré mon pantalon sur un clou.
Σκίσα το παντελόνι μου σε ένα καρφί.
02
σχίζω, σκίζω
provoquer une lésion musculaire ou ligamentaire
Παραδείγματα
Le joueur a déchiré son muscle de la cuisse.
Ο παίκτης έσχισε τον μυ του μηρού.



























