déchirer
déchirer
deʃiʁe
deshire
déclarerdéchiffrer

Ορισμός και σημασία του "déchirer"στα γαλλικά

déchirer
01

σκίζω, διασπώ

séparer en morceaux en tirant avec force 
déchirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déchire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déchirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déchirerai
ενεστώτα μετοχή
déchirant
παθητική μετοχή
déchiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déchirions
Παραδείγματα
Il a déchiré la lettre en mille morceaux. 

Αυτός σκίστηκε το γράμμα σε χίλια κομμάτια.

02

σχίζω, σκίζω

provoquer une lésion musculaire ou ligamentaire 
Παραδείγματα
Il a déchiré un muscle en jouant au football. 

Σχίστηκε ένας μυς παίζοντας ποδόσφαιρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store