décevoir
Pronunciation
/des(ə)vwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "décevoir"στα γαλλικά

décevoir
01

απογοητεύω, απογοητεύω τις προσδοκίες

ne pas répondre aux attentes ou aux espoirs de quelqu'un
décevoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décevrai
ενεστώτα μετοχή
décevant
παθητική μετοχή
déçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décevions
Παραδείγματα
Tu m' as déçu par ton comportement.
Με απογοήτευσες με τη συμπεριφορά σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store