Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décevoir
01
απογοητεύω, απογοητεύω τις προσδοκίες
ne pas répondre aux attentes ou aux espoirs de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décevrai
ενεστώτα μετοχή
décevant
παθητική μετοχή
déçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décevions
Παραδείγματα
Tu m' as déçu par ton comportement.
Με απογοήτευσες με τη συμπεριφορά σου.



























