Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débrancher
01
αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα
déconnecter un appareil d'une source d'énergie ou d'un réseau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débranche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débranchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débrancherai
ενεστώτα μετοχή
débranchant
παθητική μετοχή
débranché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débranchions
Παραδείγματα
Il ne faut pas débrancher un ordinateur avant de l'avoir éteint.
Δεν πρέπει να αποσυνδέσετε έναν υπολογιστή πριν τον απενεργοποιήσετε.



























