Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
douter
01
αμφιβάλλω, αμφισβητώ
ne pas être certain de quelque chose, avoir des incertitudes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
doute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
doutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
douterai
ενεστώτα μετοχή
doutant
παθητική μετοχή
douté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
doutions
Παραδείγματα
Les scientifiques doutent de ces résultats.
Οι επιστήμονες αμφιβάλλουν για αυτά τα αποτελέσματα.
02
δεν εμπιστεύομαι, αμφιβάλλω
manquer de confiance en quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Les citoyens doutent de leurs dirigeants.
Οι πολίτες αμφιβάλλουν για τους ηγέτες τους.
03
υποψιάζομαι, προαισθάνομαι
avoir l'intuition ou le pressentiment de quelque chose
Παραδείγματα
Ils se sont doutés de quelque chose en voyant nos visages.
Υπενόησαν κάτι βλέποντας τα πρόσωπά μας.



























