Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
douter
01
αμφιβάλλω, αμφισβητώ
ne pas être certain de quelque chose, avoir des incertitudes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
doute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
doutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
douterai
ενεστώτα μετοχή
doutant
παθητική μετοχή
douté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
doutions
Παραδείγματα
Je doute de sa sincérité.
Αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του.
02
δεν εμπιστεύομαι, αμφιβάλλω
manquer de confiance en quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Je doute de ses véritables intentions.
Αμφιβάλλω για τις πραγματικές του προθέσεις.
03
υποψιάζομαι, προαισθάνομαι
avoir l'intuition ou le pressentiment de quelque chose
Παραδείγματα
Je me doutais bien qu'il mentait.
Υποψιαζόμουν ότι έλεγε ψέματα.



























