le doute
doute
dʊt
doot
douvedouzedoctedouce

Ορισμός και σημασία του "doute"στα γαλλικά

01

αμφιβολία, αβεβαιότητα

sentiment d'incertitude ou de questionnement sur quelque chose 
le doute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doutes
Παραδείγματα
Il a exprimé son doute sur la véracité de l'histoire. 

Εξέφρασε την αμφιβολία του για την αλήθεια της ιστορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store