Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La douloureuse
01
λογαριασμός, τιμολόγιο
un document indiquant le montant à payer pour un service ou un achat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
douloureuses
Παραδείγματα
La douloureuse arrive chaque fin de mois.
Ο λογαριασμός φτάνει στο τέλος κάθε μήνα.



























