doucher
dou
du
doo
cher
ʃe
she
touchercoucherbouchermoucher

Ορισμός και σημασία του "doucher"στα γαλλικά

doucher
01

κάνω ντους, πλένομαι κάτω από ένα ρεύμα νερού

prendre une douche, se laver sous un jet d'eau 
doucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
douche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
douchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doucherai
ενεστώτα μετοχή
douchant
παθητική μετοχή
douché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
douchions
Παραδείγματα
Je me douche tous les matins avant le travail. 

Κάνω ντους κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store