doucher
Pronunciation
/duʃe/

Ορισμός και σημασία του "doucher"στα γαλλικά

doucher
01

κάνω ντους, πλένομαι κάτω από ένα ρεύμα νερού

prendre une douche, se laver sous un jet d'eau
doucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
douche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
douchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doucherai
ενεστώτα μετοχή
douchant
παθητική μετοχή
douché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
douchions
Παραδείγματα
Ils se sont douchés avant de sortir.
Έκαναν ντους πριν βγουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store