Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doucher
01
κάνω ντους, πλένομαι κάτω από ένα ρεύμα νερού
prendre une douche, se laver sous un jet d'eau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
douche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
douchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doucherai
ενεστώτα μετοχή
douchant
παθητική μετοχή
douché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
douchions
Παραδείγματα
Je me douche tous les matins avant le travail.
Κάνω ντους κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.



























