doré
doré
dɔʁe
dawre
Corée

Ορισμός και σημασία του "doré"στα γαλλικά

01

χρυσός, χρυσαφής

qui a la couleur de l'or ou qui brille comme l'or 
doré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus doré
συγκριτικός βαθμός
plus doré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
doré
αρσενικό πληθυντικό
dorés
θηλυκό ενικό
dorée
θηλυκό πληθυντικό
dorées
θεματικό πεδίο
couleur, apparence, matériau
Παραδείγματα
Elle porte une robe dorée pour la fête. 

Φοράει ένα χρυσό φόρεμα για το πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store