Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crocheter
01
πλέκω με βελονάκι, κάνω πλέξιμο με βελονάκι
réaliser des ouvrages en entrelaçant du fil avec un crochet, comme pour le tricot ou la dentelle
Παραδείγματα
Elle aime crocheter des napperons pour décorer la maison.
Της αρέσει να πλέκει με βελονάκι ντεντιγιόν για να διακοσμήσει το σπίτι.
02
ανοίγω κλειδαριά, σπάω κλειδαριά
manipuler une serrure à l'aide d'un fil ou d'un petit outil pour l'ouvrir sans clé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crochète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
crochetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
crochèterai
παθητική μετοχή
crocheté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
crochetions
Παραδείγματα
Il a réussi à crocheter la porte fermée.
Κατάφερε να ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα.



























