creux
Pronunciation
/kʁˈø/

Ορισμός και σημασία του "creux"στα γαλλικά

01

κοίλος, άδειος

qui est vide à l'intérieur ou enfoncé
creux definition and meaning
Παραδείγματα
Il a frappé un mur creux et a entendu un bruit étrange.
Χτύπησε έναν κοίλο τοίχο και άκουσε έναν παράξενο θόρυβο.
02

κοίλος, κενός

qui est affaibli ou qui manque de puissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus creux
συγκριτικός βαθμός
plus creux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
creux
αρσενικό πληθυντικό
creux
θηλυκό ενικό
creuse
θηλυκό πληθυντικό
creuses
Παραδείγματα
Son regard creux trahissait sa tristesse.
Το κενό βλέμμα του πρόδιδε τη θλίψη του.
03

άδειος, κοίλος

qui manque de substance, de sincérité ou d'importance
Παραδείγματα
Ses promesses creuses ne convainquent personne.
Οι κενές υποσχέσεις του δεν πείθουν κανέναν.
Le creux
[gender: masculine]
01

κοίλωμα, κουφάλα

partie enfoncée ou vide dans une surface
le creux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
creux
Παραδείγματα
Le creux de la vallée est très profond.
Η κοιλότητα της κοιλάδας είναι πολύ βαθιά.
02

ύφεση, κατάρρευση

moment où il y a moins d'activité, d'énergie ou de force
le creux definition and meaning
Παραδείγματα
Après un creux d' énergie, elle s' est reposée un moment.
Μετά από μια πτώση της ενέργειας, ξεκουράστηκε για λίγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store