Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
couler
01
ρέω, κυλώ
se déplacer sous forme de liquide , s'écouler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coulerai
ενεστώτα μετοχή
coulant
παθητική μετοχή
coulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coulions
Παραδείγματα
L'eau coule dans le ruisseau.
Το νερό ρέει στο ρυάκι.
02
βυθίζω, βουλιάζω
faire sombrer un bateau ou un objet dans l'eau
Παραδείγματα
Le navire a coulé après avoir heurté un iceberg.
Το πλοίο βύθισε αφού χτύπησε ένα παγόβουνο.
03
χρεοκοπώ, κλείνω
faire faillite ou cesser ses activités financières
Παραδείγματα
L'entreprise a coulé après des pertes importantes.
Η εταιρεία χρεοκόπησε μετά από σημαντικές απώλειες.



























