Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conversation
01
συνομιλία, συνδιάλεξη
échange verbal entre deux personnes ou plus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conversations
Παραδείγματα
La conversation a duré plus d' une heure.
Η συζήτηση διήρκεσε πάνω από μια ώρα.
Λεξικό Δέντρο
conversation
converse



























