Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
construire
01
χτίζω, οικοδομώ
réaliser quelque chose en assemblant des pièces ou des éléments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
construis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
construisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
construirai
ενεστώτα μετοχή
construisant
παθητική μετοχή
construit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
construisions
Παραδείγματα
Il a construit une maquette d'avion.
Έχτισε ένα μοντέλο αεροπλάνου.
02
χτίζω, οικοδομώ
assembler des matériaux pour créer un bâtiment ou une structure physique
Παραδείγματα
Ils construisent un immeuble en centre-ville.
Χτίζουν ένα κτίριο στο κέντρο της πόλης.
03
χτίζομαι, οικοδομούμαι
devenir un bâtiment ou une structure ; être édifié
Παραδείγματα
Une nouvelle maison se construit dans notre quartier.
Ένα νέο σπίτι χτίζεται στη γειτονιά μας.
04
χτίζω, οικοδομώ
former quelque chose de mental, moral ou émotionnel
Παραδείγματα
Il a construit sa réputation au fil des années.
Έκτισε τη φήμη του με τα χρόνια.



























