contacter
Pronunciation
/kɔ̃takte/

Ορισμός και σημασία του "contacter"στα γαλλικά

contacter
01

επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή

entrer en communication avec quelqu'un, généralement par téléphone, email ou autre moyen
contacter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contacte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contactons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contacterai
ενεστώτα μετοχή
contactant
παθητική μετοχή
contacté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contactions
Παραδείγματα
Elle a contacté son ami pour lui demander de l' aide.
Εκείνη επικοινώνησε με τον φίλο της για να ζητήσει βοήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store