le contact
contact
kɔ̃takt
kawtakt

Ορισμός και σημασία του "contact"στα γαλλικά

01

επαφή, σχέση

relation ou communication établie entre des personnes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contacts
Παραδείγματα
Nous sommes restés en contact pendant vingt ans. 

Μείναμε σε επαφή για είκοσι χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store