Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le contact
01
επαφή, σχέση
relation ou communication établie entre des personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contacts
Παραδείγματα
Vous devez être toujours en contact avec Monsieur le Directeur.
Η ανθρώπινη επαφή είναι σημαντική σε αυτό το επάγγελμα.



























