Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La console
01
κονσόλα, κονσόλα παιχνιδιών
appareil électronique utilisé pour jouer à des jeux vidéo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
consoles
Παραδείγματα
Les enfants adorent leur console de jeux.
Τα παιδιά λατρεύουν την κονσόλα παιχνιδιών τους.
02
κονσόλα, τραπέζι κονσόλα
petit meuble étroit souvent placé contre un mur, pour poser des objets décoratifs
Παραδείγματα
Cette console est très pratique pour poser les clés et le courrier.
Αυτή η κονσόλα είναι πολύ πρακτική για την τοποθέτηση κλειδιών και αλληλογραφίας.



























