Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conciliant
01
συμβιβαστικός, διαλλακτικός
qui cherche à établir un accord ou à éviter les conflits
Παραδείγματα
Un ton conciliant peut apaiser bien des tensions.
Ένας συμβιβαστικός τόνος μπορεί να κατευνάσει πολλές εντάσεις.
02
συμφιλιωτικός, ειρηνικός
qui favorise la paix et de bonnes relations en évitant les conflits
Παραδείγματα
Les discussions conciliantes résolvent souvent les malentendus.
Οι συμφιλιωτικές συζητήσεις συχνά επιλύουν παρεξηγήσεις.



























