Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concevoir
01
σχεδιάζω, συνθέτω
élaborer, créer ou imaginer un projet, un objet ou une idée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concevrai
ενεστώτα μετοχή
concevant
παθητική μετοχή
conçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concevions
Παραδείγματα
Nous avons conçu une affiche pour l' événement.
Σχεδιάσαμε μια αφίσα για την εκδήλωση.



























