concevoir
concevoir
kɔ̃səvwaʁ
kawsēvvar

Ορισμός και σημασία του "concevoir"στα γαλλικά

concevoir
01

σχεδιάζω, συνθέτω

élaborer, créer ou imaginer un projet, un objet ou une idée 
concevoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concevrai
ενεστώτα μετοχή
concevant
παθητική μετοχή
conçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concevions
Παραδείγματα
L'architecte a conçu une nouvelle maison moderne. 

Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα νέο μοντέρνο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store