Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concepteur
01
personne qui imagine, conçoit ou crée un produit, un projet ou un système , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concepteurs
Παραδείγματα
Le concepteur a présenté une nouvelle version de l'application.



























