concentrer
concentrer
kɔ̃sɑ̃tʁe
kawsaatre
concentré

Ορισμός και σημασία του "concentrer"στα γαλλικά

concentrer
01

συγκεντρώνομαι, επικεντρώνομαι

diriger toute son attention sur une seule chose 
concentrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
concentre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concentrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concentrerai
ενεστώτα μετοχή
concentrant
παθητική μετοχή
concentré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concentrions
Παραδείγματα
Il doit se concentrer pour finir son travail. 

Πρέπει να συγκεντρωθεί για να τελειώσει τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store