Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concentrer
01
συγκεντρώνομαι, επικεντρώνομαι
diriger toute son attention sur une seule chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
concentre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concentrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concentrerai
ενεστώτα μετοχή
concentrant
παθητική μετοχή
concentré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concentrions
Παραδείγματα
Ils se concentrent sur leur objectif commun.
Συγκεντρώνονται στον κοινό τους στόχο.



























