Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le commissariat
01
αστυνομικό τμήμα, αστυνομικό σταθμό
bâtiment où travaillent les policiers et où on peut porter plainte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
commissariats
Παραδείγματα
Elle a retrouvé son portefeuille au commissariat.
Βρήκε το πορτοφόλι της στο αστυνομικό τμήμα.



























